Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
groß
[comparative form: größer][superlative form: größte-]
01
μεγάλος
Von beträchtlicher Größe oder Ausmaß
Παραδείγματα
Der Park ist sehr groß.
Το πάρκο είναι πολύ μεγάλο.
02
ψηλός, υψηλός
Von hoher Körpergröße
Παραδείγματα
Ich finde große Menschen beeindruckend.
Βρίσκω τους ψηλούς ανθρώπους εντυπωσιακούς.
03
πολύ, σε μεγάλο βαθμό
In hohem Maße
Παραδείγματα
Wir haben große Hoffnung.
Έχουμε μεγάλη ελπίδα.


























