Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
grenzen
01
συνορεύω, εφάπτομαι
Eine gemeinsame Grenze mit etwas oder jemandem haben
γραμματικές πληροφορίες
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
grenze
γ΄ ενικό πρόσωπο
grenzt
ενεστώτα μετοχή
grenzend
απλός αόριστος
grenzte
παθητική μετοχή
gegrenzt
Παραδείγματα
Die beiden Grundstücke grenzen aneinander.
Οι δύο οικόπεδα συνορεύουν μεταξύ τους.



























