Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
grauen
01
ξημερώνει, χαράζει
langsam hell werden, wenn der Morgen beginnt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
graue
γ΄ ενικό πρόσωπο
graut
ενεστώτα μετοχή
grauend
απλός αόριστος
graute
παθητική μετοχή
gegraut
Παραδείγματα
Wenn es graut, hört man die ersten Vögel.
Όταν ξημερώνει, ακούς τα πρώτα πουλιά.
02
γκριζάρω, αποκτώ γκρι χρώμα
grau werden oder eine graue Farbe annehmen
Παραδείγματα
Im Winter graut die Landschaft.
Το χειμώνα, το τοπίο γκριζάρει.
Das Grauen
01
φρίκη, τρόμος
Ein starkes Gefühl von Angst, Schrecken oder Entsetzen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Grauens
Παραδείγματα
Viele Menschen fliehen vor dem Grauen des Krieges.
Πολλοί άνθρωποι τρέχουν μακριά από τον φόβο του πολέμου.



























