Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Gradmesser
[gender: masculine]
01
δείκτης, μέτρο
Ein Maßstab oder Indikator, mit dem man den Grad, das Niveau oder die Intensität von etwas beurteilen oder einschätzen kann
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Gradmessers
πληθυντικός τύπος
Gradmesser
Παραδείγματα
Die Reaktion der Öffentlichkeit kann ein Gradmesser für die Akzeptanz einer neuen Politik sein.
Η αντίδραση του κοινού μπορεί να είναι ένας δείκτης αποδοχής μιας νέας πολιτικής.
Λεξικό Δέντρο
gradmesser
grad
messer



























