Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Gradmesser
01
δείκτης, μέτρο
Ein Maßstab oder Indikator, mit dem man den Grad, das Niveau oder die Intensität von etwas beurteilen oder einschätzen kann
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Gradmessers
πληθυντικός τύπος
Gradmesser
Παραδείγματα
Die Arbeitslosenquote gilt oft als Gradmesser für die wirtschaftliche Lage eines Landes.
Το ποσοστό ανεργίας θεωρείται συχνά δείκτης της οικονομικής κατάστασης μιας χώρας.
Λεξικό Δέντρο
gradmesser
grad
messer



























