der gott
gott
gɔt
gawt
plotschrott

Ορισμός και σημασία του "gott"στα γερμανικά

01

θεός

Eine mächtige spirituelle Figur, an die Menschen glauben und die sie anbeten 
der Gott definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Gott(e)s
πληθυντικός τύπος
Götter
Παραδείγματα
Viele Menschen glauben an einen Gott. 

Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν σε έναν Θεό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store