der gorilla
go
go
γκο
ri
ˈʁɪ
ρι
lla
la
λα

Ορισμός και σημασία του "gorilla"στα γερμανικά

01

γορίλας, γορίλας

Ein sehr großer Menschenaffe mit kräftigem Körperbau, der in den Wäldern Afrikas lebt 
der Gorilla definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Gorillas
αρσενικό ενικό
Gorilla
θηλυκό ενικό
Gorillaweibchen
neutral form
Gorilla
γενική πτώση
Gorillas
Παραδείγματα
Der Gorilla sitzt friedlich im Gras und isst Blätter. 

Ο γορίλας κάθεται ειρηνικά στο γρασίδι και τρώει φύλλα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store