das gold
gold
gɔlt
gawlt
hold

Ορισμός και σημασία του "gold"στα γερμανικά

01

χρυσός, πολύτιμο μέταλλο

Ein wertvolles, gelbes Edelmetall, das für Schmuck, Währung und Industrie verwendet wird 
das Gold definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Gold(e)s
Παραδείγματα
Gold wird oft in der Schmuckherstellung verwendet. 

Ο χρυσός χρησιμοποιείται συχνά στην κατασκευή κοσμημάτων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store