die glühbirne
glüh
ˈgly:
gly
bir
ˌbɪʁ
bir
ne

Ορισμός και σημασία του "glühbirne"στα γερμανικά

Die Glühbirne
01

λαμπτήρας, λαμπτήρας πυρακτώσεως

Eine birnenförmige Glaslampe, die durch einen glühenden Draht Licht erzeugt 
die Glühbirne definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Glühbirnen
γενική πτώση
Glühbirne
Παραδείγματα
Die Glühbirne in der Lampe ist kaputt und muss ausgetauscht werden. 

Η λάμπα στη λάμπα είναι σπασμένη και πρέπει να αντικατασταθεί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store