Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Globalisierung
[gender: feminine]
01
παγκοσμιοποίηση, ολοσφαιροποίηση
Die weltweite wirtschaftliche, kulturelle und soziale Vernetzung
Παραδείγματα
Die Globalisierung verändert Kulturen weltweit.
Η παγκοσμιοποίηση αλλάζει τις κουλτούρες σε όλο τον κόσμο.


























