Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Gliederung
[gender: feminine]
01
σχέδιο, δομή
Die systematische Anordnung von Teilen eines Textes, Projekts oder Themas in einer logischen Reihenfolge
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Gliederung
πληθυντικός τύπος
Gliederungen
Παραδείγματα
Die Gliederung hilft beim Schreiben und Lesen.
Η διάρθρωση βοηθά στη γραφή και την ανάγνωση.



























