gießen
Pronunciation
/ˈɡiːsən/

Ορισμός και σημασία του "gießen"στα γερμανικά

gießen
[past form: goss]
01

ποτίζω, αρδεύω

Pflanzen bewässern
gießen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gieße
γ΄ ενικό πρόσωπο
gießt
ενεστώτα μετοχή
gießend
απλός αόριστος
goss
παθητική μετοχή
gegossen
Παραδείγματα
Mein Nachbar gießt immer abends, aber morgens ist besser.
Ο γείτονάς μου ποτίζει πάντα το βράδυ, αλλά το πρωί είναι καλύτερο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store