Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gießen
01
ποτίζω, αρδεύω
Pflanzen bewässern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gieße
γ΄ ενικό πρόσωπο
gießt
ενεστώτα μετοχή
gießend
απλός αόριστος
goss
παθητική μετοχή
gegossen
Παραδείγματα
Ich gieße die Blumen jeden Abend.
Ποτίζω τα λουλούδια κάθε βράδυ.



























