gießen
gießen
gi:sɐn
gisn

Ορισμός και σημασία του "gießen"στα γερμανικά

gießen
01

ποτίζω, αρδεύω

Pflanzen bewässern 
gießen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gieße
γ΄ ενικό πρόσωπο
gießt
ενεστώτα μετοχή
gießend
απλός αόριστος
goss
παθητική μετοχή
gegossen
Παραδείγματα
Ich gieße die Blumen jeden Abend. 

Ποτίζω τα λουλούδια κάθε βράδυ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store