das Geständnis

Ορισμός και σημασία του "geständnis"στα γερμανικά

Das Geständnis
[gender: neuter]
01

ομολογία, εξομολόγηση

Die freiwillige Anerkennung einer Tat
das Geständnis definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Geständnisses
πληθυντικός τύπος
Geständnisse
Παραδείγματα
Das Geständnis brachte die Wahrheit ans Licht.
Η ομολογία έφερε την αλήθεια στο φως.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store