gestorben
ges
ˈgəʃ
gēsh
torben
tɔʁbm
tawrbm
geworbengestochengestohlengestoßen

Ορισμός και σημασία του "gestorben"στα γερμανικά

01

νεκρός, αποθανών

Nicht mehr lebend 
gestorben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Leben, Zustand
Παραδείγματα
Mein Großvater ist letztes Jahr gestorben. 

Ο παππούς μου πέθανε πέρυσι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store