Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gesellschaftlich
01
κοινωνικός, κοινωνιακός
Etwas, das mit der Gesellschaft oder dem Zusammenleben der Menschen zu tun hat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Gesellschaftliche Probleme müssen gemeinsam gelöst werden.
Τα κοινωνικά προβλήματα πρέπει να επιλύονται μαζί.



























