Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gesamt
01
συνολικός, ολόκληρος
Bezieht sich auf die volle Menge, den ganzen Umfang oder die Gesamtheit aller Teile
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die gesamten Kosten werden vom Unternehmen übernommen.
Ολόκληρο το κόστος θα καλυφθεί από την εταιρεία.



























