das gerät
gerät
gəʁɛ:t
gēret

Ορισμός και σημασία του "gerät"στα γερμανικά

01

συσκευή, σύνεργο

Ein technischer oder elektronischer Gegenstand, den man für bestimmte Aufgaben benutzt 
das Gerät definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Geräte
γενική πτώση
Gerät(e)s
Παραδείγματα
Dieses Gerät ist sehr nützlich in der Küche. 

Αυτή η συσκευή είναι πολύ χρήσιμη στην κουζίνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store