Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Gerät
[gender: neuter]
01
συσκευή, σύνεργο
Ein technischer oder elektronischer Gegenstand, den man für bestimmte Aufgaben benutzt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Gerät(e)s
πληθυντικός τύπος
Geräte
Παραδείγματα
Viele Geräte brauchen Batterien.
Η συσκευή χρειάζεται μπαταρίες.



























