der geruch
ge
ruch
ˈʁʊx
rookh
gesuch

Ορισμός και σημασία του "geruch"στα γερμανικά

01

μυρωδιά, άρωμα

Ein Duft oder ein wahrnehmbarer Geruchssinn, der durch die Nase erkannt wird 
der Geruch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Gerüche
γενική πτώση
Geruch(e)s
Παραδείγματα
Der Geruch von frischem Brot liegt in der Luft. 

Η μυρωδιά του φρέσκου ψωμιού είναι στον αέρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store