gerecht
ge
recht
ˈʁɛçt
recht
gefechtgerichtgerücht

Ορισμός και σημασία του "gerecht"στα γερμανικά

01

δίκαια

In einer gerechten, fairen Weise 
gerecht definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Der Richter hat gerecht entschieden. 

Ο δικαστής αποφάσισε δίκαια.

01

δίκαιος, έντιμος

Den Prinzipien der Moral, Rechtlichkeit und Fairness entsprechend 
gerecht definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am gerechtesten
συγκριτικός βαθμός
gerechter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Ethik, Recht, Moral
Παραδείγματα
Er ist ein gerechter König. 

Είναι ένας δίκαιος βασιλιάς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store