Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gemeinsam
01
κοινός, συλλογικός
Von mehreren Personen oder Gruppen zusammen ausgeübt oder geteilt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am gemeinsamsten
συγκριτικός βαθμός
gemeinsamer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Entscheidung wurde im gemeinsamen Einvernehmen getroffen.
Η απόφαση λήφθηκε με κοινή συμφωνία.



























