das gelände
ge
län
ˈlen
len
de
gelinde

Ορισμός και σημασία του "gelände"στα γερμανικά

01

έδαφος, περιοχή

Ein abgegrenzter Bereich an Land, oft mit bestimmten Gebäuden oder Nutzungen 
das Gelände definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Gelände
γενική πτώση
Geländes
Παραδείγματα
Das Gelände der Firma ist sehr groß. 

Το οικόπεδο της εταιρείας είναι πολύ μεγάλο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store