gelenkig
ge
ge
len
ˈlɛn
len
kig
kɪk
kik
gelehrig

Ορισμός και σημασία του "gelenkig"στα γερμανικά

01

εύκαμπτος, ευέλικτος

Körperlich flexibel 
gelenkig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am gelenkigsten
συγκριτικός βαθμός
gelenkiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Tänzerin ist sehr gelenkig und macht beeindruckende Bewegungen. 

Η χορεύτρια είναι πολύ εύκαμπτη και κάνει εντυπωσιακές κινήσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store