das geld
geld
gɛlt
gelt
zeltfeldheldwelt

Ορισμός και σημασία του "geld"στα γερμανικά

01

χρήματα, μετρητά

Ein Mittel zum Bezahlen von Waren und Dienstleistungen 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Geld(e)s
πληθυντικός τύπος
Gelder
Παραδείγματα
Ich habe kein Geld dabei. 

Δεν έχω χρήματα μαζί μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store