geisterhaft

Ορισμός και σημασία του "geisterhaft"στα γερμανικά

geisterhaft
01

φαντασματικός, απόκοσμος

Wie ein Geist oder gespenstisch
geisterhaft definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am geisterhaftesten
συγκριτικός βαθμός
geisterhafter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das geisterhafte Licht flackerte im alten Schloss.
Το φαντασματικό φως τρεμόπαιζε στο παλιό κάστρο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store