Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Geige
[gender: feminine]
01
βιολί, βιολί
Ein Streichinstrument mit vier Saiten, das mit einem Bogen gespielt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Geige
πληθυντικός τύπος
Geigen
Παραδείγματα
Die Geige ist ein wichtiges Instrument in der klassischen Musik.
Το βιολί είναι ένα σημαντικό όργανο στην κλασική μουσική.



























