Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Gegner
[gender: masculine]
01
αντίπαλος, αντιρρησίας
Eine Person, die gegen eine Meinung, Idee oder Maßnahme ist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Gegners
πληθυντικός τύπος
Gegner
Παραδείγματα
Die Gegner der Reform sind sehr aktiv.
Οι αντίπαλοι της μεταρρύθμισης είναι πολύ δραστήριοι.
02
αντίπαλος, ανταγωνιστής
Eine Person oder Mannschaft, gegen die man in einem Spiel oder Wettkampf antritt
Παραδείγματα
Sie bereitete sich intensiv auf den Gegner vor.
Προετοιμάστηκε εντατικά για τον αντίπαλο.
03
αντίπαλος, εχθρός
Eine feindliche Person oder Partei, besonders im politischen oder militärischen Kontext
Παραδείγματα
Man darf den Gegner nie unterschätzen.
Δεν πρέπει ποτέ να υποτιμήσεις τον αντίπαλο.



























