der Gefühlsausbruch
Pronunciation
/ɡəˈfyːlsʔaʊ̯sˌbʁʊx/

Ορισμός και σημασία του "gefühlsausbruch"στα γερμανικά

Der Gefühlsausbruch
[gender: masculine]
01

συναισθηματική έκρηξη, ξέσπασμα συναισθημάτων

Ein plötzliches, starkes Zeigen von Emotionen
der Gefühlsausbruch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Gefühlsausbruch(e)s
πληθυντικός τύπος
Gefühlsausbrüche
Παραδείγματα
Der Film löste bei vielen Zuschauern Gefühlsausbrüche aus.
Η ταινία προκάλεσε συναισθηματικές εκρήξεις σε πολλούς θεατές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store