Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Gefühlsausbruch
[gender: masculine]
01
συναισθηματική έκρηξη, ξέσπασμα συναισθημάτων
Ein plötzliches, starkes Zeigen von Emotionen
Παραδείγματα
Der Film löste bei vielen Zuschauern Gefühlsausbrüche aus.
Η ταινία προκάλεσε συναισθηματικές εκρήξεις σε πολλούς θεατές.


























