Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gefallen
01
μου αρέσει, αγαπώ
Etwas oder jemanden mögen oder attraktiv finden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
ge
βασικό ρήμα
fallen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gefalle
γ΄ ενικό πρόσωπο
gefällt
ενεστώτα μετοχή
gefallend
απλός αόριστος
gefiel
παθητική μετοχή
gefallen
Παραδείγματα
Das Lied gefällt mir sehr.
Το τραγούδι μου αρέσει πολύ.
02
συμφωνώ, επιδοκιμάζω
Einwilligen oder sich fügen
Παραδείγματα
Er hat endlich gefallen.
Τελικά υπέκυψε.
Der Gefallen
01
χάρη, υπηρεσία
Eine hilfsbereite Handlung
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Gefallens
πληθυντικός τύπος
Gefallen
Παραδείγματα
Kannst du mir einen Gefallen tun?
Μπορείς να μου κάνεις μια χάρη ;



























