gefallen
ge
γκα
fa
ˈfa
φα
llen
lən
λαν
gesellen

Ορισμός και σημασία του "gefallen"στα γερμανικά

gefallen
01

μου αρέσει, αγαπώ

Etwas oder jemanden mögen oder attraktiv finden 
gefallen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
ge
βασικό ρήμα
fallen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gefalle
γ΄ ενικό πρόσωπο
gefällt
ενεστώτα μετοχή
gefallend
απλός αόριστος
gefiel
παθητική μετοχή
gefallen
Παραδείγματα
Das Lied gefällt mir sehr. 

Το τραγούδι μου αρέσει πολύ.

02

συμφωνώ, επιδοκιμάζω

Einwilligen oder sich fügen 
sich gefallen definition and meaning
Παραδείγματα
Er hat endlich gefallen. 

Τελικά υπέκυψε.

01

χάρη, υπηρεσία

Eine hilfsbereite Handlung 
der Gefallen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Gefallen
γενική πτώση
Gefallens
Παραδείγματα
Kannst du mir einen Gefallen tun? 

Μπορείς να μου κάνεις μια χάρη ;

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store