gebraucht
gebraucht
gəbʁaʊ̯çt
gēbrawcht
gebracht

Ορισμός και σημασία του "gebraucht"στα γερμανικά

01

μεταχειρισμένος, δεύτερο χέρι

Schon von jemand anderem benutzt 
gebraucht definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am gebrauchtesten
συγκριτικός βαθμός
gebrauchter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Zustand, Objekte, Handel
Παραδείγματα
Ich habe ein gebrauchtes Fahrrad gekauft. 

Αγόρασα ένα μεταχειρισμένο ποδήλατο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store