gebraten
geb
ˈgəb
γκαμπ
raten
ʁa:tn
ρατν
gebietengeraten

Ορισμός και σημασία του "gebraten"στα γερμανικά

01

τηγανητός, ψητός

In Fett oder auf dem Grill gegart 
gebraten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Kochen, Lebensmittel
Παραδείγματα
Ich esse gern gebratenes Hähnchen. 

Μου αρέσει το τηγανητό κοτόπουλο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store