das gebirge
ge
bir
ˈbɪʁ
bir
ge

Ορισμός και σημασία του "gebirge"στα γερμανικά

01

οροσειρά, ορεινή περιοχή

Eine große Gruppe von Bergen, die zusammenliegen 
das Gebirge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Gebirge
γενική πτώση
Gebirges
Παραδείγματα
Das Gebirge ist im Winter oft schneebedeckt. 

Η οροσειρά είναι συχνά καλυμμένη με χιόνι το χειμώνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store