fühlen
Pronunciation
/ˈfyːlən/

Ορισμός και σημασία του "fühlen"στα γερμανικά

fühlen
01

αισθάνομαι, αντιλαμβάνομαι

Etwas mit den Sinnen wahrnehmen
fühlen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fühle
γ΄ ενικό πρόσωπο
fühlt
ενεστώτα μετοχή
fühlend
απλός αόριστος
fühlte
παθητική μετοχή
gefühlt
Παραδείγματα
Wir fühlen den Wind auf unserem Gesicht.
Αισθανόμαστε τον άνεμο στο πρόσωπό μας.
02

αισθάνομαι, νιώθω

Ein inneres Gefühl oder eine Emotion haben
sich fühlen definition and meaning
Παραδείγματα
Fühlst du dich besser?
Νιώθεις καλύτερα ;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store