Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fühlen
01
αισθάνομαι, αντιλαμβάνομαι
Etwas mit den Sinnen wahrnehmen
Παραδείγματα
Wir fühlen den Wind auf unserem Gesicht.
Αισθανόμαστε τον άνεμο στο πρόσωπό μας.
02
αισθάνομαι, νιώθω
Ein inneres Gefühl oder eine Emotion haben
Παραδείγματα
Fühlst du dich besser?
Νιώθεις καλύτερα ;


























