Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Fußgelenk
01
αστράγαλος, άρθρωση του αστραγάλου
Das Gelenk zwischen dem Unterschenkel und dem Fuß
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Fußgelenke
γενική πτώση
Fußgelenk(e)s
Παραδείγματα
Sie hat sich beim Joggen das Fußgelenk verstaucht.
Έχει στραμπουλήξει τον αστράγαλο ενώ έκανε τζόκινγκ.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
fußgelenk
fuß
gelenk



























