Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Fußball
[gender: masculine]
01
ποδόσφαιρο, φούτμπολ
Ein Spiel mit einem Ball, bei dem zwei Teams Tore schießen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Fußball(e)s
πληθυντικός τύπος
Fußbälle
Παραδείγματα
Kinder spielen Fußball im Park.
Τα παιδιά παίζουν ποδόσφαιρο στο πάρκο.
02
μπάλα ποδοσφαίρου, μπάλα
Ein runder Ball, mit dem man Fußball spielt
Παραδείγματα
Wo ist mein Fußball?
Πού είναι η μπάλα ποδοσφαίρου μου;
Λεξικό Δέντρο
fußball
fuß
ball



























