der frühling
früh
ˈfʁy:
fry
ling
lɪng
ling

Ορισμός και σημασία του "frühling"στα γερμανικά

01

άνοιξη, ανοιξιάτικη εποχή

Die Jahreszeit zwischen Winter und Sommer 
der Frühling definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Frühlinge
γενική πτώση
Frühlings
Παραδείγματα
Der Frühling beginnt im März. 

Η άνοιξη αρχίζει τον Μάρτιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store