fristlos
frist
ˈfʁɪst
φριστ
los
lo:s
λοσ

Ορισμός και σημασία του "fristlos"στα γερμανικά

01

άμεσος, χωρίς προθεσμία

Ohne Einhaltung einer Frist 
fristlos definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Recht, Arbeit, Zeit
Παραδείγματα
Er erhielt eine fristlose Kündigung. 

Έλαβε άμεση απόλυση.

01

αμέσως, χωρίς καθυστέρηση

Ohne Verzögerung oder Wartezeit 
fristlos definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Das Konto wurde fristlos gesperrt. 

Ο λογαριασμός αμέσως παγώθηκε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

fristlos

frist

+

los

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store