Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Fotoapparat
[gender: masculine]
01
φωτογραφική μηχανή, κάμερα
Ein Gerät zum Aufnehmen von Fotos
Παραδείγματα
Sie schenkte ihm einen neuen Fotoapparat.
Του χάρισε μια νέα φωτογραφική μηχανή.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
φωτογραφική μηχανή, κάμερα