fotografieren
fotografieren
fotogʁafi:ʁən
fotografirēn

Ορισμός και σημασία του "fotografieren"στα γερμανικά

fotografieren
01

φωτογραφίζω, παίρνω φωτογραφίες

Mit einer Kamera Bilder aufnehmen 
fotografieren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fotografiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
fotografiert
ενεστώτα μετοχή
fotografierend
απλός αόριστος
fotografierte
παθητική μετοχή
fotografiert
Παραδείγματα
Er fotografiert gerne Landschaften. 

Του αρέσει να φωτογραφίζει τοπία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store