Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fotografieren
[past form: fotografierte]
01
φωτογραφίζω, παίρνω φωτογραφίες
Mit einer Kamera Bilder aufnehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fotografiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
fotografiert
ενεστώτα μετοχή
fotografierend
απλός αόριστος
fotografierte
παθητική μετοχή
fotografiert
Παραδείγματα
Kannst du mich mit dem Handy fotografieren?
Μπορείς να με φωτογραφήσεις με το τηλέφωνο;



























