der forst
forst
fɔʁst
fawrst
frostfirst

Ορισμός και σημασία του "forst"στα γερμανικά

01

δάσος, δάση

Ein großes Gebiet mit vielen Bäumen, das oft für Holz genutzt wird 
der Forst definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Forste
γενική πτώση
Forst(e)s
Παραδείγματα
Der Förster arbeitet im Forst. 

Ο δασοφύλακας εργάζεται στο δάσος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store