Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Form
[gender: feminine]
01
σχήμα
Die äußere Gestalt oder das Aussehen von etwas
Παραδείγματα
Die Wolken haben verschiedene Formen.
Τα σύννεφα έχουν διάφορα σχήματα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
σχήμα