die form
form
fɔɐm
fawm
forum

Ορισμός και σημασία του "form"στα γερμανικά

01

σχήμα

Die äußere Gestalt oder das Aussehen von etwas 
die Form definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Formen
γενική πτώση
Form
Παραδείγματα
Die Form des Hauses ist rund. 

Το σχήμα του σπιτιού είναι στρογγυλό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

formal
reform
form
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store