Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
flüssig
01
υγρός, ρευστός
Eine Substanz, die nicht fest ist und sich leicht verformen lässt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am flüssigsten
συγκριτικός βαθμός
flüssiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die flüssige Schokolade wird über die Desserts gegossen.
Η υγρή σοκολάτα χύνεται πάνω στα επιδόρπια.
02
εύρυθμος, ευχέρεια
Ohne Unterbrechungen oder Schwierigkeiten ablaufend
Παραδείγματα
Ihre flüssige Verhandlungssprache auf C1-Niveau überraschte die Geschäftspartner.
Η ευχερής γλώσσα διαπραγμάτευσής της στο επίπεδο C1 εξέπληξε τους επιχειρηματικούς συνεργάτες.



























