flüssig
flü
ˈflʏ
flu
ssig
sɪk
sik
schlüssig

Ορισμός και σημασία του "flüssig"στα γερμανικά

01

υγρός, ρευστός

Eine Substanz, die nicht fest ist und sich leicht verformen lässt 
flüssig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am flüssigsten
συγκριτικός βαθμός
flüssiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Quecksilber bleibt bei Raumtemperatur flüssig. 

Ο υδράργυρος παραμένει υγρός σε θερμοκρασία δωματίου.

02

εύρυθμος, ευχέρεια

Ohne Unterbrechungen oder Schwierigkeiten ablaufend 
flüssig definition and meaning
Παραδείγματα
Ihre flüssige Aussprache verrät keine Muttersprachlerin. 

Η ευχερής προφορά της δεν προδίδει μια μη φυσική ομιλήτρια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store