Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
flüssig
01
υγρός, ρευστός
Eine Substanz, die nicht fest ist und sich leicht verformen lässt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am flüssigsten
συγκριτικός βαθμός
flüssiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Quecksilber bleibt bei Raumtemperatur flüssig.
Ο υδράργυρος παραμένει υγρός σε θερμοκρασία δωματίου.
02
εύρυθμος, ευχέρεια
Ohne Unterbrechungen oder Schwierigkeiten ablaufend
Παραδείγματα
Ihre flüssige Aussprache verrät keine Muttersprachlerin.
Η ευχερής προφορά της δεν προδίδει μια μη φυσική ομιλήτρια.



























