Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Flyer
01
φυλλάδιο
Ein ein- oder zweiseitiges Werbeblatt, das Informationen knapp präsentiert
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Flyer
γενική πτώση
Flyers
Παραδείγματα
Am U-Bahnhof wurden Werbe-Flyer verteilt.
Φυλλάδια διαφημίσεων διανέμονταν στον σταθμό του μετρό.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
flyer
fly



























