das flugzeug
flugzeug
flu:kt͡sɔɪ̯k
flooktsoyk

Ορισμός και σημασία του "flugzeug"στα γερμανικά

01

αεροπλάνο, αεροσκάφος

Ein Fluggerät, das Menschen und Güter durch die Luft transportiert 
das Flugzeug definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Flugzeuge
γενική πτώση
Flugzeug(e)s
Παραδείγματα
Das Flugzeug fliegt von Berlin nach Paris. 

Το αεροπλάνο πετάει από το Βερολίνο στο Παρίσι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store