Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fließen
01
ρέω
Sich in eine Richtung kontinuierlich bewegen, meist bei Flüssigkeiten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
fließe
γ΄ ενικό πρόσωπο
fließt
ενεστώτα μετοχή
fließend
απλός αόριστος
floss
παθητική μετοχή
geflossen
Παραδείγματα
Das Wasser fließt den Berg hinunter.
Το νερό ρέει κάτω από το βουνό.



























