fließen
Pronunciation
/ˈfliːsən/

Ορισμός και σημασία του "fließen"στα γερμανικά

fließen
[past form: floss]
01

ρέω

Sich in eine Richtung kontinuierlich bewegen, meist bei Flüssigkeiten
fließen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
fließe
γ΄ ενικό πρόσωπο
fließt
ενεστώτα μετοχή
fließend
απλός αόριστος
floss
παθητική μετοχή
geflossen
Παραδείγματα
Das Öl fließt langsam aus dem Tank.
Το λάδι ρέει αργά από τη δεξαμενή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store