der fleck
fleck
flɛk
φλεκ
dreckspeckzwecksnack

Ορισμός και σημασία του "fleck"στα γερμανικά

01

κηλίδα, λεκές

Der sichtbare kleine Bereich auf einer Oberfläche, der schmutzig oder verfärbt ist 
der Fleck definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Flecken
γενική πτώση
Flecks
Παραδείγματα
Der Fleck auf dem Hemd ist groß. 

Η κηλίδα στο πουκάμισο είναι μεγάλη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store