Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
flach
01
επίπεδος, ομαλός
Eine Oberfläche ohne Erhebungen oder Neigungen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am flachsten
συγκριτικός βαθμός
flacher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Tisch ist absolut flach.
Το τραπέζι είναι απολύτως επίπεδο.
02
ρηχός, επιφανειακός
Von geringer vertikaler Ausdehnung
Παραδείγματα
Der Pool ist extra für Kinder flach gebaut.
Η πισίνα είναι χτισμένη ρηχή ειδικά για παιδιά.
03
με επίπεδο τακούνι, χωρίς τακούνι
Schuhe mit keiner oder minimaler Fersenerhöhung
Παραδείγματα
Sie trägt nur flache Schuhe wegen Rückenschmerzen.
Φοράει μόνο επίπεδα παπούτσια λόγω πόνου στην πλάτη.



























