fit
Pronunciation
/fɪt/

Ορισμός και σημασία του "fit"στα γερμανικά

fit
[comparative form: fitter][superlative form: fitteste-]
01

σε καλή φυσική κατάσταση, σε φόρμα

In guter körperlicher Verfassung
fit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
fitteste-
συγκριτικός βαθμός
fitter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Meine Großmutter ist mit 80 noch fit.
Η γιαγιά μου είναι ακόμα σε καλή φόρμα στα 80 της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store