die firma
fir
ˈfɪʁ
fir
ma
ma
ma

Ορισμός και σημασία του "firma"στα γερμανικά

01

εταιρεία, επιχείρηση

Ein Unternehmen, das Produkte oder Dienstleistungen anbietet 
die Firma definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Firmen
γενική πτώση
Firma
Παραδείγματα
Die Firma ist weltweit bekannt. 

Η εταιρεία είναι γνωστή παγκοσμίως.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store