die feuerwehr
feuerwehr
fɔʏɐve:ɐ
fawuve

Ορισμός και σημασία του "feuerwehr"στα γερμανικά

01

πυροσβεστική, πυροσβεστικό σώμα

Die Organisation, die Brände löscht und bei Notfällen hilft 
die Feuerwehr definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Feuerwehren
γενική πτώση
Feuerwehr
Παραδείγματα
Ruf die Feuerwehr an! Es brennt! 

Καλέστε την πυροσβεστική ! Υπάρχει φωτιά!

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store